17. Λα Μερσέντ (La Merced)

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2002

Παίρνω πρωινό στο La Mechor όπου πίνω και ένα φρεσκοστημένο χυμό από διάφορα φρούτα της ζούγκλας. Στο τουριστικό γραφείο ο ιδιοκτήτης με ενημερώνει διστακτικά ότι δεν εμφανίστηκε άλλος τουρίστας, αλλά μόλις πληρώνω την εκδρομή αναθαρρεύει και στέλνει τον Μάρκο να βρει αυτοκίνητο. Στο δρόμο διεξάγεται μία σχολική παρέλαση με βαριεστημένες φάτσες, μάλλον γιατί γίνεται κάθε Κυριακή. Εξαίρεση αποτελεί η εντυπωσιακή μπάντα με ταμπούρλα και τρομπέτες, που παίζει ζωηρά κάνοντας συγχρονισμένες φιγούρες. Ο Μάρκο καταφθάνει με ένα απλό ταξί. Μετά από τέσσερις ημέρες σε κακοτράχαλους χωματόδρομους, το όχημα δεν μου γεμίζει το μάτι για την κάθοδο των δυόμισι χιλιάδων μέτρων, πόσο μάλλον για την άνοδο... Δεν γνωρίζω ότι όλος ο δρόμος μέχρι τη Λα Μερσέντ ασφαλτοστρώθηκε πρόσφατα. Ξεκινάμε και ρωτάω τον Μάρκο αν συνηθίζουν να πηγαίνουν για βόλτα στη Λα Μερσέντ. Μου απαντάει ότι δεν μπορούν γιατί είναι ακριβά, μα ο ίδιος έχει πάει άλλες δυο φορές ως ξεναγός. Μήπως τότε θα ήθελαν και η αδερφές του να έρθουν μαζί μας; Ο οδηγός μας ο Μωησής που παρακολουθεί την κουβέντα, ζητάει 10 sol επιπλέον για δύο ακόμη άτομα. Πηγαίνουμε στο σπίτι. Συνεννοούμαστε πρώτα με την μητέρα του η οποία συμφωνεί και οι μικρές τρελαίνονται από τη χαρά τους. Γρήγορα πλένονται και χτενίζουν τα μακριά μαλλιά τους στην πηγή με τη βοήθεια της μητέρας τους, αν και τους λέω να μην βιάζονται μια και μόνοι μας κανονίζουμε την εκδρομή. Ο Μάρκο μου δείχνει τα κουνέλια και τα ινδικά χοιρίδια τα οποία είναι τοποθετημένα σε διαφορετικά κλουβιά ανάλογα με το μέγεθός τους.

Ξεκινάμε την κατάβαση με ατελείωτες στροφές, πολλές γέφυρες και τούνελ, ακολουθώντας το ποτάμι που ενώ κυλούσε ήρεμα στην Τάρμα τώρα κυλάει ορμητικά μέσα στην απότομη στενή χαράδρα. Τρία υδροηλεκτρικά έργα ροής σε σειρά εκμεταλλεύονται τη μεγάλη πτώση. Από τις πλαγιές παραπόταμοι πέφτουν στο ποτάμι σχηματίζοντας εντυπωσιακούς καταρράκτες. Συναντάμε τουλάχιστον τρεις μεγάλους, ο πρώτος με τριακόσια μέτρα πτώση. Κάνουμε σύντομες στάσεις και περιπάτους για να δούμε καταρράκτες. Στα δύσκολα περάσματα των μονοπατιών παίρνω αγκαλιά την μικρούλα Ολέγκα και είμαστε σαν να κάνω οικογενειακή εκδρομή με ανιψάκια μου. Όσο κατεβαίνουμε κάνει και πιο πολύ ζέστη και το τοπίο αλλάζει δραματικά. Δεν έχω φτάσει στη ζούγκλα αλλά η βλάστηση είναι πυκνή και εντυπωσιακή. Τώρα ταξιδεύουμε δίπλα σε ένα μεγάλο και πλατύ ποτάμι. Μπανανιές, τεράστιοι φοίνικες γεμάτοι καρπούς, μεγάλες εκτάσεις με πορτοκαλιές, διάφορα παράξενα φυτά και δέντρα. Σε λίγο φτάνουμε στη Λα Μερσέντ. Στις όχθες βλέπουμε αραγμένα κανό. Στον ουρανό μεγάλα αρπακτικά κάνουν κύκλους σε ζευγάρια. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, πάρα πολύ ζέστη και υγρασία. Τα ρούχα κολλάνε επάνω μας. Εδώ όλο τον χρόνο, ημέρα και νύχτα, οι άνθρωποι φοράνε μόνο σορτσάκι και φανέλα. Περνάμε από μία κρεμαστή πεζογέφυρα στην απέναντι όχθη του ποταμού. Στις όχθες μπόμπιρες παίζουν τσαλαβουτώντας στο νερό.

Συνεχίζουμε με το ταξί σε χωματόδρομο προς ένα βοτανικό κήπο. Στο μυαλό μου είχα κλειστό χώρο αλλά με τόση ζέστη και υγρασία, παντού είναι σαν θερμοκήπιο. Στην είσοδο του ξύλινου φράχτη της υπαίθριας έκτασης του κήπου μας υποδέχεται ένας παππούς. Έχω παρατηρήσει τεράστιες καφέ κατασκευές που κρέμονται ψηλά στα δέντρα και τον ρωτώ αν είναι φωλιές πουλιών. Τερμίτες μου απαντάει. Μας πηγαίνει να δούμε μία φωλιά που βρίσκεται χαμηλά. Με τη μεγάλη μάχαιρα (machete) τη χαράζει και εκατοντάδες μικροί κόκκινοι τερμίτες ξεχύνονται από τη χαρακιά. Κόβει ένα μακρύ χόρτο, το σαλιώνει και το ακουμπάει στην εγκοπή. Αμέσως οι τερμίτες ανεβαίνουν επάνω και στη συνέχεια το βάζει στο στόμα και τους τρώει. Μας προτρέπει να δοκιμάσουμε αλλά το αποφεύγουμε. Πόσο χρονών τον κάνουμε, ρωτάει. Εξήντα πέντε του απαντώ επίτηδες. Γελάει και δηλώνει ότι είναι ογδόντα και είναι γερός γιατί του δίνουν δύναμη οι τερμίτες που καθημερινά τρώει. Έρχεται και μία γλυκιά κοπελιά η ξεναγός του κήπου. Βλέπουμε μία λίμνη με μεγάλους λωτούς με άσπρα, ροζ και κόκκινα άνθη. Μας πληροφορεί ότι κάτω από τα πλατιά φύλα των λωτών υπάρχει ένας κροκόδειλος τον οποίο προσπαθούμε να δούμε και καλού κακού οπισθοχωρούμε λίγο και γελάει. Σε ένα άλλο σημείο κάποια χορταράκια μόλις τα ακουμπάς μαζεύονται λες και είναι ζωντανά, oι μικρές ενθουσιάζονται! Τα δέντρα κλείνουν από πάνω μας, έχουμε χάσει κάθε αίσθηση προσανατολισμού και αφηνόμαστε στη βόλτα μαγεμένοι με τις εικόνες που για πρώτη φορά αντικρίζουμε. Συναντάμε διάφορα δέντρα, λουλούδια και φυτά σε όλα τα χρώματα, με τα πιο απίθανα σχέδια, σχήματα και μεγέθη. Η κοπελιά μας εξηγεί το κάθε ένα, μερικά είναι ναρκωτικά, άλλα γιατρικά, άλλα αφροδίσια. Από δύο δέντρα κόβουμε επί τόπου φρούτα και τρώμε. Το πρώτο είναι σαν passion fruit, το δεύτερο στη όψη μοιάζει με πράσινη μεγάλη πιπεριά αλλά όταν το δαγκώνεις θυμίζει κάτι ανάμεσα από πορτοκάλι και λεμόνι με πλούσια γεύση και άρωμα. Νοιώθω σαν να βρίσκομαι στον κήπο της Εδέμ. Στο τέλος μαζεύουμε αρκετά φρούτα από ένα δέντρο τα οποία και δίνουμε σε μαϊμού που είναι δεμένη με αλυσίδα σε ένα δέντρο. Επιστρέφουμε στην Λα Μερσέντ αλλά προτείνω να μην καθίσουμε για φαγητό γιατί έχει πάρα πολύ ζέστη. Παίρνουμε παγωτά και αναψυκτικά, κάνουμε και μια σύντομη βόλτα και επιστρέφουμε στην Τάρμα όπου πέφτω για απογευματινό ύπνο.

Αργά το απόγευμα πηγαίνουμε με τον Μάρκο στο σπίτι των αστρονόμων και γνωρίζω τον Χοσέ και την γυναίκα του Μαρία. Και οι δύο διδάσκουν στο σχολείο της Τάρμα και χειρίζονται το μικρό τηλεσκόπιο στο θόλο του Hostel Central. Ο Χοσέ έχει περουβιανά χαρακτηριστικά ενώ η Μαρία ισπανικά και φοράει ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα και μία εσάρπα. Με κερνάνε τσάι και κέικ και όσο γνωριζόμαστε καλύτερα η κουβέντα γίνεται εγκάρδια. Μιλάμε για ώρες και η Μαρία δεν αφήνει να αδειάζει ο δίσκος με το κέικ και όλο φέρνει διάφορα βουτήγματα. Με ρωτάνε για τον Πολικό Αστέρα που δεν έχουν δει ποτέ τους. Tους μιλώ για τους αρχαίους έλληνες που για πρώτη φορά διαχώρισαν την αστρονομία από θρησκείες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Για την Διαφώτιση και την Επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα, για την πίστη ότι τα πράγματα μπορεί να μας είναι άγνωστα όχι όμως ακατανόητα και την προσπάθεια να κατανοήσουν τον κόσμο με τη λογική και τα μαθηματικά. Συζητάμε και για ήθη και έθιμα. Στις Άνδεις όταν πεθαίνει κάποιος θεωρούν ότι πηγαίνει σε ένα καλύτερο κόσμο ή ότι μετενσαρκώνεται και ξαναγεννιέται, σε ένα μίγμα χριστιανικής πίστης και παραδόσεων αιώνων. Υπάρχει και το έθιμο της γιορτής των νεκρών στις 2 Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Αναρωτιόμαστε αν ο φόβος, η λύπη για την απώλεια αγαπημένου προσώπου είναι εγωιστικός, μια και στην ουσία δεν φοβόμαστε δεν λυπόμαστε για τον άλλο αλλά για τον εαυτό μας. Η αδυναμία αποδοχής του θανάτου ίσως αντανακλά την αδυναμία απόλαυσης της ζωής. Αν έχεις ζήσει, αν έχεις αγαπήσει, αν έχεις νοιώσει τον πόθο, το πάθος, τον έρωτα, αν είσαι ευτυχισμένος δεν μπορεί να φοβάσαι αλλά αντίθετα είσαι “έτοιμος” να πεθάνεις. Από ώρα έχει νυχτώσει, λόγω όμως της συννεφιάς δεν πηγαίνουμε στο θόλο με το μικρό διοπτρικό τηλεσκόπιο των 10 cm. Υπόσχομαι να στείλω για τον Χοσέ και την Μαρία το CD με το RedShift και για τον Μάρκο το βιβλίο “Το Θεώρημα του Παπαγάλου” και φεύγουμε αργά το βράδυ. Αποχαιρετώντας στη συνέχεια τον Μάρκο του δίνω ένα χαρτονόμισμα των 10 δολαρίων. Δεν το περίμενε και δεν δέχεται να το πάρει επισημαίνοντας ότι ήδη έχω πληρώσει για όλα και ότι κανείς δεν του έχει ξαναδώσει τόσα χρήματα. Με την επιμονή μου παίρνει το χαρτονόμισμα, μόνο αφού πρώτα μου δίνει το κασκόλ του για δώρο λέγοντάς μου “Έχει πολύ κρύο εκεί που πηγαίνεις αύριο και δεν έχεις κασκόλ...”.

2 comments:

3 parties a day said...

Α... Θα το διαβάσω το οδοιπορικό σου σιγά-σιγά. Μια που δεν νομίζω να με βγάλει ποτέ ο δρόμος μου στο Περού...

kossak said...

Καλώς ήλθες 3 parties a day

Μια και δεν πήρα φωτογραφική μηχανή, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει άρχισα να καταγράφω τις ημέρες μου σε ένα μπλοκάκι που είχα πάντα εύκαιρο, έτσι προέκυψε το οδοιπορικό. Ουδέν κακό αμιγές καλού.

Αυτό που μου έχει μείνει από το ταξίδι είναι η ανεμελιά, ήμουν ένα παιδί χωρίς έγνοιες που ανακάλυπτε καινούργια πράγματα. Η αίσθηση των διακοπών όταν τελείωνε το σχολείο και το καλοκαίρι φάνταζε σαν να ήταν πάντα εκεί, η μοναδική εποχή που υπάρχει.